Γιατί κουραζόμαστε;

Κείμενο : Γιάννης Ψαρέλης. Οταν τελειώσουμε ένα μεγάλο brick, π.χ. 5 ώρες ποδήλατο  και μία ώρα τρέξιμο, ακόμα και σε χαμηλή ένταση νοιώθουμε κουρασμένοι εάν όχι εξαντλημένοι και το πιο πιθανό είναι αφού γυρίσουμε σπίτι και φάμε “ότι υπάρχει στο ψυγείο”  (εάν φυσικά δεν έχουμε λιπομέτρηση και συνάντηση με την κα. Μπαρμπαρούτση την Δευτέρα το απόγευμα) και αφού κάνουμε ένα κρύο ντουζ και να πέσουμε να κοιμηθούμε.

Οταν κάνουμε 400άρια στο τρέξιμο νοιώθουμε ένα κάψιμο στους μύες και γενικότερα νοιώθουμε πολύ κουρασμένοι ιδίως μετά τα 300 μέτρα.

Οταν κάνουμε 25άρια στην κολύμβηση βλέπουμε ότι η ταχύτητά μας πέφτει στα τελευταία μέτρα παρότι δεν νοιώθουμε μεγάλη κόπωση, ιδίως όταν είναι το χρονικό διάστημα της ξεκούρασης μεγάλο.

Το ερώτημα είναι γιατί κουραζόμαστε και γιατί η αθλητική μας απόδοση πέφτει μετά από μία περίοδο χρόνου; Oπως γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω  δεν κουραζόμαστε σε κάθε περίπτωση για τον ίδιο λόγο και για διαφορετικούς λόγους έχουμε πτώση απόδοσης. Δεν θα μπούμε στην διαδικασία να παραθέσουμε ορισμούς, όπως αυτόν που αναφέρει ότι κόπωση είναι η αδυναμία διατήρησης ενός έργου. Ας μείνουμε σε αυτό που αισθανόμαστε όλοι μας ως κόπωση. Από τα παραπάνω παραδείγματα είναι εύκολο να καταννοήσουμε ότι η κόπωση είναι ένα σύνθετο φαινόμενο και δεν υπάρχει ένας αδύναμος κρίκος που να δρα ως περιοριστικός παράγοντας.

Εμείς οι τριαθλητές έχουμε συνηθίσει να εστιάζουμε σε θέματα ενέργειας και έτσι κάνουμε ότι είναι δυνατόν να μπούμε σε έναν αγώνα με αρκετά αποθέματα ενέργειας (βλ. pasta party) καθώς και κατά την διάρκεια του αγώνα να πιούμε ή/και να φάμε επαρκώς ώστε να μην έχουμε ενεργειακό πρόβλημα στον αγώνα.

Οι παράγοντες που μπορούμε να εντοπίσουμε ως περιοριστικούς είναι οι εξής :

  1. Διαταραχές στην διαδικασία του μυικού συντονισμού, όπως αυτές που προέρχονται από το κεντρικό νευρικό σύστημα. Ουσιαστικά πρόκειται για αδυναμία του κεντρικού νευρικού συστήματος να ενεργοποιήσει τις μυικές ίνες. Κάποιες μέρες που δεν έχουμε κοιμηθεί καλά ή έχουμε εργαστεί πολλές ώρες αυτή η κόπωση είναι πολύ έντονη και δεν αφήνει περιθώρια για ποιοτική προπόνηση. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί αθλητές καταφεύγουν στην χρήση νόμιμων ή ακόμα και παράνομων διεγερτικών ουσιών.
  2. Μεταβολές στην φυσικοχημική κατάσταση των μυών, π.χ. αλλαγή στις συγκεντρώσεις των διαφόρων ιόντων. Παρουσιάσαμε το μείζον θέμα της υπονατραιμίας και θα επανέλθουμε με θέματα που αφορούν και άλλα σημαντικά κατιόντα.
  3. Συγκέντρωση διαφόρων καματογόνων προιόντων όπως του γαλακτικού οξέος. Για το θέμα το γαλακτικού οξέος θα αφιερώσουμε σχετικό άρθρο τις επόμενες μέρες καθώς είναι κάτι που δεν συζητιέται στα τριαθλητικά περιοδικά. Θα διαβάσετε και την συνέντευξη της Kate Allen όπου η συγκέντρωση γαλακτικού οξέος αποτελεί την βάση της προπόνησής της.
  4. Ενεργειακό «άδειασμα», π.χ. ATP, PCsr, γλυκογόνο κ.λπ. Από αυτές τις ουσίες τους τριαθλητές μας ενδιαφέρει περισσότερο το γλυκογόνο, του οποίου τα αποθέματα θέλουμε να μεγιστοποιήσουμε τόσο στους μύες όσο και στο ήπαρ μπαίνοντας σε έναν αγώνα (βλ. υδατανθράκωση). Ταυτόχρονα επιθυμούμε να μην το σπαταλούμε χωρίς λόγο στον αγώνα. Αυτό πρακτικά σημαίνει σωστή προθέρμανση και ενεργοποίηση του μηχανισμού καύσης των λιπαρών οξέων, ιδίως στα πρώτα χρονικά διαστήματα της προπόνησης όπου εκεί έχουμε μεγαλύτερο ρυθμό χρήσης του γλυκογόνου. Η κόπωση αυτή είναι φανερή στο τέλος π.χ. μίας έντονης διαλειματικής προπόνησης στο ποδήλατο ή στην κολύμβηση ή σε μία μεγάλη προπόνηση αντοχής.

Πρακτικά προτείνουμε τα εξής :

  • Ο κάθε αθλητής να γνωρίζει τα βασικά ζητήματα αυτών των μηχανισμών κόπωσης
  • Να μπορεί να διακρίνει σε κάθε περίπτωση τί ακριβώς συμβαίνει και όταν νοιώθει κόπωση γιατί αυτή συμβαίνει. Πρέπει να επιμείνουμε σε αυτό γιατί έχουμε παρατηρήσει ότι υπάρχουν πάρα ελάχιστοι αθλητές που έχουν ασχοληθεί σχετικά και γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν σε κάθε περίπτωση. Εάν κάποιος δεν έχει ξεκαθαρίσει τις διαφορές μεταξύ αυτών των μηχανισμών κόπωσης δεν θα γνωρίζει και τί να κάνει.
  • Να μπορεί να βρίσκει τρόπους πρόληψης ή καθυστέρησης αυτών είτε μέσω προσαρμογών στην προπόνηση είτε διαμέσου σωστού προγραμματισμού.
  • Να μπορεί μαζί με τον προπονητή του γνωρίζοντας σωστά αυτούς τους μηχανισμούς να κάνουν ένα σωστό προγραμματισμό στην προπόνηση.